H Mάγια στο Δάσος των Νεράιδων
(μια ιστορία για την Αυτοπεποίθηση)
Η Ελένη γύρισε στο σπίτι της κλαμένη. Δεν ήθελε να φάει και έτρεξε κατευθείαν στο δωμάτιο της. Το απόγευμα η μητέρα της την ρώτησε τι συμβαίνει. Εκείνη αποκρίθηκε ότι, όταν ήρθε η σειρά της να σηκωθεί στο σχολείο και να απαγγείλει το ποίημα που είχε ετοιμάσει, την έπιασε κρύος ιδρώτας, πόνος στο στομάχι και ξαφνικά η φωνή της δεν μπορούσε να βγει από το λαιμό της. Της είπε ότι κάθισε κάτω σχεδόν κλαίγοντας καθώς οι υπόλοιποι συμμαθητές της, που τα είχαν καταφέρει στο δικό τους ποίημα, ένιωθε ότι γελούσαν μαζί της. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και την ρώτησε αν θέλει να της πει ένα παραμύθι. Η Ελένη συμφώνησε και η μητέρα ξεκίνησε:
‘Ήταν κάποτε μια χώρα μαγική όπου όποιο παιδάκι γεννιόταν έπρεπε προηγουμένως η ψυχή του να περάσει από το δάσος των νεράιδων και εκεί κάθε νεράιδα να του κάνει από ένα δώρο. Έτσι η μικρούλα ψυχή της Μάγιας, λίγο πριν αποφασίσει να βγει στον κόσμο, πέρασε από το δάσος το νεράιδων. Οι νεράιδες ήταν πολλές και έτσι η ψυχούλα του κοριτσιού προικίστηκε με αρκετά δώρα: Καλοσύνη, Ευγνωμοσύνη, Δοτικότητα, Ευγένεια, κι άλλα πολλά. Όταν έφτασε στην προτελευταία νεράιδα είχε περιέργεια να δει τι άλλο μένει να πάρει. Η νεράιδα την πλησίασε και της έδωσε δύο κούκλες. Αυτές θα είναι οι σύμβουλοί σου, της είπε, που θα σε συντροφεύουν σε όλη σου τη ζωή. Η Μάγια κοιτούσε γεμάτη απορία τις κούκλες και αιφνιδιάστηκε όταν, με μια απότομη μαγική κίνηση με το ραβδί της, η νεράιδα έδωσε στις κούκλες ζωή! ‘Συστηθείτε στη μικρή Μάγια’, τους είπε, ‘ώστε να ξέρει τι μπορείτε να κάνετε για εκείνη.’
Η κούκλα που μίλησε πρώτη είπε: ‘Ο δικός μου ρόλος είναι, κάθε φορά που επιχειρείς να κάνεις κάτι καινούργιο, να σε προστατεύω προσπαθώντας να σε σταματήσω. Να σου υπενθυμίζω τι κινδύνους μπορεί να έχει μια αποτυχία σου. Να σου θυμίζω παρόμοιες αποτυχίες στο παρελθόν. Να σε συγκρίνω με άλλους που μοιάζουν να έχουν περισσότερες ικανότητες από εσένα, ώστε να βλέπεις την πραγματικότητα. Να σε κάνω να ασχολείσαι μόνο με αυτά που αισθάνεσαι άνετα και δεν θα έχουν κίνδυνο αποτυχίας. Να σε εμποδίζω να βάζεις στόχους που μπορεί να αποδειχτούν ανέφικτοι, η να επιμένεις σε μάταιες προσπάθειες για να αλλάξεις την κατάσταση που θα βρίσκεσαι. Θα σε αποτρέπω από το να ονειρεύεσαι μεγάλα πράγματα και να κυνηγάς μεγάλους σκοπούς για να μην απογοητεύεσαι.
-‘Και πως θα τα κάνεις όλα αυτά;’, ρώτησε η μικρή ψυχή.
-‘Θα σε κάνω να νιώθεις Φόβο όποτε εμφανίζεται μπροστά σου μια καινούργια πρόκληση. Η άλλοτε, θα σου βάζω μέσα σου μια αίσθηση Ανημποριάς και Αδυναμίας. Μπορεί κάποιες φορές να κάνω τα πόδια σου να τρέμουν κι άλλες τη φωνή σου να εξαφανίζεται. Και πάντα θα σου φυτεύω στο μυαλό σκέψεις σαν κι αυτές: ‘δεν βλέπεις ότι δεν μπορείς;’, ‘ξεχνά το, είναι μάταιο να προσπαθείς, ποτέ δεν τα κατάφερνες σε αυτό’, ‘κοιτά τους άλλους πόσο καλύτεροι θα είναι πάντα από σένα’, ‘μείνε καλύτερα σε αυτά που ξέρεις’ και αλλά τέτοια.
-‘Και ποιο είναι το όνομα σου;’ ρώτησε το κορίτσι.
-‘Με λένε Ανασφάλεια.’
Η μικρή ψυχή ευχαρίστησε την Ανασφάλεια και την πήρε αγκαλιά για να την κρατήσει μαζί της. Καθώς το έκανε, παρατηρήσε ότι η κούκλα είχε μεγαλώσει, είχε γίνει σχεδόν διπλάσια από την άλλη κούκλα που παρέμενε σιωπηλή δίπλα της.
Μετά ζήτησε από την άλλη κούκλα να συστηθεί. ‘Ο δικός μου ρόλος’ είπε ‘είναι να σε βοηθάω να γίνεσαι πάντα καλύτερη, να εξελίσσεσαι και να προχωράς πάντα μπροστά, ώστε να νιώθεις ότι ζεις μια ζωή με νόημα και σκοπό. Και αυτό θα το κάνεις μόνο εάν τολμάς πράγματα καινούργια, πράγματα που σε κάνουν να αισθάνεσαι άβολα, γιατί δεν τα κατέχεις ή δεν ξέρεις το αποτέλεσμα από πριν. Θα σε προτρέπω λοιπόν πάντα να δοκιμάζεις τα καινούργια, έστω κι αν δεν έχεις ήδη τις ικανότητες ή μπορεί να αποτύχεις. Θα σε γεμίζω όμως με την ικανότητα να βλέπεις τις ‘αποτυχίες’ του παρελθόντος μόνο σαν ευκαιρίες που σου δόθηκαν για να μάθεις και να γίνεις καλύτερη. Και να βλέπεις τις δυσκολίες της κάθε στιγμής μόνο σαν ευκαιρίες για να προχωρήσεις μπροστά. Θα σου θυμίζω τις επιτυχίες σου και, όταν προσπαθείς και βελτιώνεσαι, θα σε προτρέπω να συγκρίνεσαι μόνο με τον προηγούμενο εαυτό σου. Θα σε τσιγκλάω να κάνεις όνειρα και να βάζεις στόχους. Και τα όνειρα αυτά θα φροντίζω να έχουν να κάνουν πρώτα με το ποια θέλεις να είσαι κι όχι με το τι θέλεις να έχεις. Όχι με το τι είναι σημαντικό για τους άλλους, αλλά μόνο με το τι βαραίνει βαθιά μέσα σου ως σημαντικό. Γιατί αυτό που θέλεις να είσαι, θα το έχεις πρώτα μέσα σου, και μετά θα το βλέπεις απ’ έξω σου.
-‘Και πως θα τα κάνεις όλα αυτά;’ , ρώτησε το κορίτσι.
-‘Άλλοτε θα σου φέρνω θετικές σκέψεις. Άλλοτε θα σε κάνω να νιώθεις μια φωτεινή αίσθηση δύναμης εδώ, ψηλά στην κοιλιά σου ή και πιο πάνω, στο στήθος ή στο κεφάλι σου. Άλλοτε θα σου δίνω απλά μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης που θα σου θυμίζουν ότι όλα μπορείς να τα καταφέρεις, αρκεί να θέλεις. Αρκεί να επικεντρώσεις στο στόχο που θα επιλέγεις την καρδιά το μυαλό και το στομάχι σου μαζί.’
-‘Πως είναι το όνομα σου;’ Ρώτησε η Μάγια.
-‘Αυτοπεποίθηση’, απάντησε η κούκλα καθώς η ψυχή την έπαιρνε για να την κρατήσει μαζί της. Όπως την παρατηρούσε, έβλεπε ότι η Αυτοπεποίθηση μεγάλωνε ενώ καθώς η άλλη κούκλα, η Ανασφάλεια, μίκραινε και στο τέλος οι δυο κούκλες, καταλήγοντας στο ίδιο μέγεθος, έμειναν στην αγκαλιά της.
Η Μάγια ευχαρίστησε την προτελευταία νεράιδα και απευθύνθηκε στην τελευταία, που της είπε μονομιάς: ‘Σου δίνω το δώρο της Συνειδητότητας’. Αυτό θα σε βοηθήσει να χρησιμοποιήσεις όλα τα αλλά δώρα που σου δόθηκαν.’
-‘Και πως θα το χρησιμοποιώ;’, είπε η Μάγια.
-‘Πάρε για παράδειγμα τις κούκλες που κρατάς αγκαλιά’, είπε η νεράιδα. ‘Είδες ότι μπορούν να μεγαλώσουν ή να μικρύνουν, έτσι δεν είναι;’
-‘Ναι’, απάντησε η Μάγια, ‘το είδα. Μα πως το κάνουν αυτό;’
-‘Δεν το κάνουν αυτές’, είπε η νεράιδα, ‘εσύ το κάνεις. Κάθε φορά που ακούς μια φωνή μέσα σου και δεν ξέρεις ποια κούκλα είναι, εκείνη θα μεγαλώνει. Εάν ξέρεις ποια είναι, τότε θα επιλέγεις εσύ αν θα την ακούσεις. Και αυτή που θα ακούς συχνότερα, αυτή και θα μεγαλώνει, ενώ αυτή που δεν ακούς θα μικραίνει.’
-‘Και πως θα τις ξεχωρίζω, ώστε να ξέρω ποια μιλάει;’
-‘Θα καλείς τη Συνειδητότητα και εκείνη θα σου θυμίζει αυτά που άκουσες εδώ σήμερα.’
Η Μάγια πήρε όλα της τα δώρα αγκαλιά και έφυγε βιαστικά. Η ώρα για να γεννηθεί ένα ακόμη προικισμένο μωρό στη μαγική χώρα, είχε φθάσει.
